Winston Churchill και Κύπρος: Ένα άγνωστο κείμενο του 1907
18 / 02 / 2009
Σε υπεράσπιση του ισχύοντος συστήματος, μπορεί να υποστηριχθεί ότι δεν φέρουμε πραγματική ευθύνη απέναντι στον λαό της Κύπρου, παρά μόνον μέσα στα πλαίσια της Συνθήκης του 1878. Και ότι, εάν και όταν η Ρωσία επιστρέψει στην Τουρκία το Kars και άλλα μέρη της Μικράς Ασίας, είμαστε συμβατικά δεσμευμένοι να επιστρέψουμε στον Σουλτάνο και την [...]
Σε υπεράσπιση του ισχύοντος συστήματος, μπορεί να υποστηριχθεί ότι δεν φέρουμε πραγματική ευθύνη απέναντι στον λαό της Κύπρου, παρά μόνον μέσα στα πλαίσια της Συνθήκης του 1878. Και ότι, εάν και όταν η Ρωσία επιστρέψει στην Τουρκία το Kars και άλλα μέρη της Μικράς Ασίας, είμαστε συμβατικά δεσμευμένοι να επιστρέψουμε στον Σουλτάνο και την Κύπρο. Το επιχείρημα, εν όψει της εικονικής υπόσχεσης του Λόρδου Salisbury προς τους Κυπρίους, ότι το νησί ουδέποτε θα επιστραφεί στην Τουρκία, δεν έχει ιδιαίτερη αξία. Όμως, για να μιλήσω σοβαρά, είναι έντιμο να κακομαθαίνουμε τους νησιώτες με διπλωματικά μυθεύματα, υπό το κράτος μιας διεθνούς συνθήκης, την οποία και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη έχουν ανοικτά παραβιάσει και αγνοήσει; Έχουμε, πλέον, μείνει για πολύ καιρό στην Κύπρο. Το επόμενο έτος θα είναι το τριακοστό από την επιβολή της κατοχής μας. Έχουμε αναλάβει εκεί πολλές συμβατικές υποχρεώσεις, οι γνωριμίες μας έχουν αυξηθεί και αυξάνονται καθημερινά. Δεν μπορούμε να επιστρέψουμε το νησί στην Τουρκία. Η Ευρώπη και η Βουλή των Κοινοτήτων, ουδέποτε θα επέτρεπαν τέτοια επιστροφή στο παρελθόν. Πρόκειται να την δώσουμε στην Ελλάδα; Δεν γνωρίζω να έχει εγερθεί τέτοιο ζήτημα και θα μου προκαλούσε βαθειά θλίψη, εάν επρόκειτο να τεθεί. Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, η ζωή των Μουσουλμάνων σ’αυτό στο νησί, που συνιστούν πάνω από το 1/5 του πληθυσμού και έχουν πάντοτε συμπεριφερθεί απέναντί μας με απόλυτη νομιμοφροσύνη και καλή συμπεριφορά, θα γινόταν ολοκληρωτικά ανυπόφορη και όλοι θα ήταν καταπιεσμένοι και χωρίς δικαιώματα, ακριβώς όπως υπέφεραν οι Έλληνες τον παλιό καιρό. Ποιά άλλη Δύναμις θα μπορούσε να ενδιαφερθεί;
Δεν θα με στενοχωρούσε το γεγονός ότι, εγκαταλείποντας την Κύπρο, θα πρέπει να λάβουμε μέτρα για την εκπλήρωση του χρέους μας, μέχρι το ποσό των 42.800 λιρών, ετησίως. Η άσκοπη, όμως, θυσία τόσης προσπάθειας από Βρετανούς αξιωματούχους, η άκαρπη απασχόληση τόσων ετών, η παραδοχή της αποτυχίας, είτε να ξαναζωντανέψουμε τον τόπο είτε να συμφιλιωθούμε με τον λαό του, θα αποτελούν ένα λυπηρό επεισόδιο στην βρετανική ιστορία και, δικαιολογημένα, δεν θα είναι αρεστά στην βρετανική κοινή γνώμη. Ο καθένας γνωρίζει, ότι, σήμερα, δεν υπάρχει πρόθεσή μας να αλλάξουμε το διεθνές καθεστώς της Κύπρου και ότι σκοπεύουμε να την κρατήσουμε υπό την κατοχή μας επ’αόριστον. Και με αυτό το δεδομένο, είναι, ασφαλώς, καιρός να εγκαταλείψουμε την θεωρία, ότι έχουμε μόνον περιορισμένη ευθύνη στο νησί και ότι έχουμε δικαίωμα να κάνουμε στους Κυπρίους πράγματα τα οποία, ούτε στα όνειρά μας δεν θα τολμούσαμε να διαπράξουμε εις βάρος των συνυπηκόων μας, σε οποιοδήποτε τμήμα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Ας αφήσουμε στο νησί της Κύπρου όλα τα έσοδα που εισπράττονται από την φορολόγηση των κατοίκων της, για την ανάπτυξή της και για την αποκατάσταση της φημισμένης ευμάρειάς της. Και ας επιλέξουμε το επόμενο έτος -αυτό της συμπλήρωσης τριάντα ετών κατοχής- γι’αυτή την πράξη δικαιοσύνης και επανόρθωσης.
Η παρούσα κατάστασις στο νησί είναι ιδιαίτερα απογοητευτική. Δεν εννοώ, πως δεν έχει βελτιωθεί σημαντικά υπό την διακυβέρνησή μας. Ούτε, ακόμα περισσότερο, ότι δεν είναι ασύγκριτα πιο καλή από ό,τι θα ήταν υπό τους Τούρκους. Και, βεβαίως, ούτε πως οι ίδιοι οι Κύπριοι, μουσουλμάνοι και χριστιανοί, δεν παραδέχονται και δεν αναγνωρίζουν το γεγονός αυτό. Ωστόσο, μια βελτίωση με μέτρο την Τουρκία, δεν αποτελεί επαρκή και πρόσφορη υπεράσπιση της βρετανικής πολιτικής. Η οικονομική βελτίωση και ανόρθωση του νησιού έχουν αυξηθεί πολύ. Η ετήσια οικονομική αφαίμαξη που ανέρχεται, κατά μέσο όρο, μεταξύ 20 και 30% του συνολικού εισοδήματος, με τα ποσά της να έχουν διοχετευθεί εκτός του νησιού, χωρίς οποιοδήποτε ανταποδοτικό όφελος, και ο δαπανηρός χαρακτήρας της υψηλού επιπέδου βρετανικής διοίκησης, έχουν αποτρέψει σημαντικά κάθε μορφή ταχύρρυθμης ανόρθωσης. Ο ασθενής δεν πέθανε στα χέρια μας. Στην μακρά περίοδο της ανάρρωσης έχει, αργά αλλά σταθερά, δυναμώσει. Εάν όμως, η έμφυτη ενεργητικότητα της Κύπρου δεν απομαστευόταν χρόνο με τον χρόνο, το νησί θα ήταν εδώ και καιρό υγιές και ισχυρό. Και αν αύριο αφήσουμε αυτή την ενεργητικότητα ελεύθερη, η ευμάρεια της Κύπρου θα αποκατασταθεί σύντομα, χωρίς αυτό να στοιχίσει, έστω, μια δεκάρα στην Μ. Βρετανία και χωρίς να την αναγκάζουμε να εξεμεί τα μεγάλα ποσά που της έχουμε ήδη αποσπάσει.
Στο μεταξύ, ωστόσο, κάθε αναγκαίο έργο έχει παραλύσει. Εκπαίδευση, γέφυρες, λιμάνια, δρόμοι, όλα έχουν παραλύσει. Εκπαίδευση, γέφυρες, λιμάνια, δρόμοι, οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων που αγωνίζονται και σχεδόν λιμοκτονούν, η ανάπτυξη της γεωργίας (που περιλαμβάνει βαμβάκι και μετάξι) η κατασκευή των απόλυτα δικαιολογημένων και επειγόντως αναγκαίων διακλαδώσεων της σιδηροδρομικής γραμμής Αμμοχώστου-Μόρφου, που λειτουργεί σήμερα και, πάνω απ’όλα, η απίστευτα παραμελημένη αναδάσωση του νησιού -σ’αυτήν στηρίζονται η ομορφιά και η άνεση της ζωής, η συχνότητα των βροχοπτώσεων και η προμήθεια καύσιμης ύλης- όλα, μα όλα, είναι περιορισμένα μέσα σε αυταρχικά και αφύσικα όρια.
Όπου υπάρχει οικονομική αδικία, θα υπάρξει και πολιτική δυσφορία. Όπου μια κοινωνία χρησιμοποιεί μιάν άλλη σαν αγελάδα για άρμεγμα, θα υπάρξουν αναπότρεπτα, έχθρα και διάσταση. Είναι ανώφελο για την Δύναμη που εισπράττει φόρο, να αναζητά ευγνωμοσύνη από τον λαό που τον πληρώνει, χωρίς την θέλησή του, όσο έντιμη και αποτελεσματική και να είναι η σημερινή διακυβέρνησή της. Οι Κύπριοι γνωρίζουν ότι βγάζουμε χρήματα από αυτούς. Γνωρίζουν ότι, πέραν από τους μισθούς των Βρετανών αξιωματούχων, των επιφορτισμένων με τη διοίκηση του νησιού, υπάρχει η ετήσια πληρωμή ενός τεράστιου ποσού που πρέπει να καταβληθεί σε μια Δύναμη, στην άλλη πλευρά της θάλασσας, και ότι είναι η απόσπαση αυτού του ποσού που, χρόνο με τον χρόνο, εμποδίζει εκείνη ή την άλλη δραστηριότητα ή απόλαυση, που έχουν τόσο ανάγκη και ολόψυχα επιθυμούν. Γνωρίζουν πως ζούμε εις βάρος τους και ότι, παρ’όλο τον πλούτο μας, είμαστε έτοιμοι να χρησιμοποιήσουμε την δύναμή μας προκειμένου να στύψουμε κάθε χρόνο το νησί, για να αποσπάσουμε αυτό που για κείνους αποτελεί έναν φόρο που τους τραυματίζει και τους σακατεύει. Και ενώ η κατάσταση αυτή συνεχίζεται, όλα τα επιτεύγματα της βρετανικής διοίκησης, όλη η δεξιότητα και η αφοσίωσή της, ακόμα και αν συγκριθούν με την πάλαι ποτέ τουρκική τυραννία, δεν πετυχαίνουν να έχουν οποιαδήποτε απήχηση στις καρδιές του λαού. Όπου και να πήγα, έγινα δεκτός από τον ελληνικό πληθυσμό -αποτελεί τα 4/5 του νησιού- με ελληνικές σημαίες και με ελληνικά τραγούδια, με παθιασμένες εκκλήσεις στην μεγαλοψυχία και την φιλελεύθερη παράδοση της Μ. Βρετανίας, προκειμένου να τους επιτρέψουμε να ενωθούν με την Ελλάδα και να τους “απελευθερώσουμε”. Και αν οι μουσουλμάνοι διαμαρτύρονται γι’αυτές τις διαδηλώσεις που κάθε χρόνο γίνονται όλο και πιο βίαιες, τούτο οφείλεται στο ότι γνωρίζουν πως η ένωση με την Ελλάδα θα αποτελέσει την καταστροφή τους και όχι στο ότι δεν νοιώθουν και αυτοί την οικονομική πίεση, υπό τις σημερινές συνθήκες. Τα πράγματα δεν μπορούν να συνεχίσουν έτσι. Είναι μάταιο, να περιφέρονται οι Βρετανοί επισκέπτες του νησιού, παραπονούμενοι για την κυπριακή “αγνωμοσύνη”. Κοιτάξτε πίσω από το σύμπτωμα. Αγγίξτε την αιτία.
Αξίζει τον κόπο να μετατρέψουμε την Κύπρο σε επιτυχία μας. Πολιτικά, είναι μια από τις χώρες, όπου οι βρετανικές μέθοδοι, ούτως ειπείν, δικάζονται ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρώπης. Μια μεγάλη και τρανή επιτυχία στην Κύπρο, όπως στην Αίγυπτο, θα προσθέσει στα μάτια του κόσμου, μεγαλείο -ακόμα και ακτινοβολία- στο βρετανικό όνομα. Η αποτυχία, αντίστοιχα, συνεπάγεται δυσφήμηση και ανυποληψία. Αλλά, από καθαρά υλική άποψη, αξίζει τον κόπο να μετατρέψουμε την Κύπρο σε επιτυχία μας, κάτι εύκολο στα πλαίσια των δυνατοτήτων μας. Παρατηρώ ότι δαπανούμε περίπου 80.000 λίρες το χρόνο στο προτεκτοράτο της Σομαλίας, ποσό το οποίο είναι, σχεδόν τελείως, αντιπαραγωγικό. Ακόμα και σε άλλες χώρες που ζουν από επιχορηγήσεις, υπάρχουν στοιχεία αμφιβόλου αποτελέσματος. Η Κύπρος αποτελεί μια βεβαιότητα. Γνωρίζουμε πως το νησί, όχι μόνον είναι ήδη αυτοσυντηρούμενο αλλά και ικανό να συνεισφέρει ένα σεβαστό ποσό για τις ανάγκες μας. Γνωρίζουμε ότι τον δέκατο πέμπτο αιώνα, με μη επιστημονικές μεθόδους παραγωγής, ο πληθυσμός της Κύπρου υπερέβαινε το 1.000.000 κατοίκους, ή περισσότερο από τέσσερις φορές παραπάνω από τον σημερινό, και ότι μία μόνον πλούσια πόλις, η Σαλαμίς -σήμερα ένα μελαγχολικό ερείπιο- κάποτε είχε 250.000 κατοίκους. Δεν υπάρχει θέμα δημιουργίας αλλά αναβίωσης. Και αν επιτραπεί, τα έσοδα του νησιού να διοχετεύονται στα δημόσια έργα και στην επιστημονική οργάνωση, η αναβίωση αυτή, σίγουρα θα πραγματοποιηθεί με απρόσμενη ταχύτητα. Η Μ. Βρετανία, όχι μόνον θα αναγνωρισθεί για ένα ακόμα καλό έργο αποκατάστασης, αλλά θα εισπράξουμε και μια πιο υλική αμοιβή, με την διατήρηση μιας πολύτιμης περιοχής για τις βρετανικές διοικητικές ικανότητες και με την σταθερή ανάπτυξη εμπορικών επαφών. Το εάν η αλλαγή που προτείνω θα έχει ως αποτέλεσμα να εξανεμισθούν οι βλέψεις για ελληνική εθνική ενότητα, αυτές που έχουν αρχίσει να προκαλούν τόση αναταραχή και θα προκαλέσουν περισσότερη, δεν είμαι σε θέση να το πω. Όμως, σε κάθε περίπτωση, με την άρση της αδικίας του φόρου, τα οικονομικά συμφέροντα των Κυπρίων θα συνταχθούν με την δική μας πλευρά. Και, χωρίς να επιθυμώ να υποτιμήσω την ειλικρίνειά τους, θα εναπέθετα πολλά στην λύση αυτή.
Εν πάση περιπτώσει, θα έπρεπε να έχουμε κάνει το καθήκον μας και να έχουμε απαλλαγεί από αυτή την κατάσταση που ηθικά, πολιτικά και οικονομικά είναι αδικαιολόγητη.
Αποφεύγω σκόπιμα την αναφορά στις λεπτομέρειες της νέας ρύθμισης. Πιστεύω, εντούτοις, ότι το επόμενο έτος, οπότε συμπληρώνονται 30 χρόνια κατοχής μας, θα πρέπει να θεωρηθεί σαφώς, ως το έτος για το γεγονός. Τολμώ να πω, ότι οι Κύπριοι θα μπορούσαν να παρακινηθούν να ψηφίσουν, μιά για πάντα, ένα ετήσιο ποσό που δεν θα υπερβαίνει τις 10.000 λίρες, ως επιστροφή αξίας από την βρετανική προστασία. Όμως αυτή η εισφορά θα πρέπει να είναι αυτόβουλη. Τείνω προς την άποψη, ότι το εισοδηματικό κεφάλαιο θα πρέπει να διοχετεύεται για τοπικούς σκοπούς, χωρίς όμως, να θέλω να μειώσω τον υφιστάμενο έλεγχο του κυβερνήτη σε ολόκληρο το φάσμα της πολιτικής και της οικονομίας. Ει δυνατόν, δεν πρέπει να απομακρυνθούμε από τις διατάξεις της Συνθήκης του 1878. Ο φόρος μπορεί είτε να εισπράττεται και να επιστρέφεται εξωλογιστικά, μέσω μιας αντίστοιχης επιχορήγησης, ή, διαφορετικά, η επιχορήγηση, απλά, θα καταργηθεί. Το νησί θα αναγνωρισθεί ως αυτοσυντηρούμενο και η επιβάρυνσή μας για την εξυπηρέτηση του δανείου του 1855 θα αυξηθεί κατά 35.000 λίρες, περίπου, ετησίως. Αυτό είναι το αγκάθι. Όμως, αδυνατώ να αντιληφθώ, γιατί εμείς έχουμε περισσότερο δικαίωμα από οποιονδήποτε άλλο, να αρνούμεθα την εκπλήρωση του τμήματος της οφειλής μας ή να την μεταθέτουμε δια της βίας σε άλλους.
19 Οκτωβρίου 1907 W. S. C.
Η συνέχεια είναι λίγο-πολύ γνωστή: Όταν το 1914 η Τουρκία τάσσεται στο πλευρό της Γερμανίας και των συμμάχων της, η Μ. Βρετανία ακυρώνει, μονομερώς, την Συνθήκη του 1878 και προσαρτά το νησί, ενώ το 1923, με την Συνθήκη της Λωζάνης, η Τουρκία παραιτείται από όλα τα εδαφικά της δικαιώματα σ’αυτό. Δύο χρόνια αργότερα, το 1925, η Κύπρος ανακηρύσσεται, επίσημα, βρετανική αποικία. Όσο για τον φόρο, το 1927 η βρετανική κυβέρνηση αυξάνει την επιχορήγηση μέχρι το ποσό του, υπό τον όρο όμως, ότι η Κύπρος θα καταβάλλει 10.000 λίρες το χρόνο, ως “αμυντική δαπάνη”….
Πέτρος Στ. Μακρής-Στάϊκος
:::::::::::::::
«ΕΣΤΙΑ», Σάββατο 07 Φεβρουαρίου 2009
18 / 02 / 2009 | Tags: Churchill, ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ, Κύπρος |










